Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λυσίου «Ὑπέρ Μαντιθέου» λόγος, Β΄Τάξης Γενικού Λυκείου, Προοίμιο (“Exordium”) §§ 1 - 3


φωτογραφία: Katharina Jung

Λυσίου Ὑπέρ Μαντιθέου

Προοίμιο (“Exordium”) §§ 1 - 3

Απόδοση του πρωτότυπου κειμένου στη νεοελληνική

Εἰ μὴ συνῄδη͵ ὦ βουλή͵ => Εάν δεν γνώριζα, κύριοι Βουλευτές,

τοῖς κατηγόροις βουλομένοι => ότι οι κατήγοροι επιθυμούν

ἐκ παντὸς τρόπου κακῶς ἐμὲ ποιεῖν͵ => με κάθε τρόπο να με βλάψουν,

πολλὴν ἂν αὐτοῖς χάριν εἶχον => θα τους χρωστούσα μεγάλη ευγνωμοσύνη

ταύτης τῆς κατηγορίας· => για αυτήν την κατηγορία.

ἡγοῦμαι γὰρ => Γιατί νομίζω

τοῖς ἀδίκως διαβεβλημένοις => ότι για αυτούς που έχουν άδικα συκοφαντηθεί,

τούτους εἶναι αἰτίους μεγίστων ἀγαθῶν͵ => αυτοί είναι υπεύθυνοι για τα μεγαλύτερα αγαθά,

οἵτινες ἂν αὐτοὺς ἀναγκάζωσιν => οι οποίοι θα τους αναγκάσουν

εἰς ἔλεγχον καταστῆναι τῶν αὐτοῖς βεβιωμένων. => να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους.

Ἐγὼ γὰρ οὕτω σφόδρα => Γιατί εγώ έχω τόσο μεγάλη

πιστεύω ἐμαυτῷ͵ => εμπιστοσύνη στον εαυτό μου,

ὥστ΄ ἐλπίζω => ώστε ελπίζω,

καὶ εἴ τις τυγχάνει ἀηδῶς => ακόμα και αν κάποιος έχει άσχημη

[ἢ κακῶς] διακείμενος πρός με͵ => ή εχθρική στάση απέναντί μου,

ἐπειδὰν ἀκούσῃ ἐμοῦ λέγοντος => αφού με ακούσει να μιλώ

περὶ τῶν πεπραγμένων͵ => για τα πεπραγμένα,

μεταμελήσειν αὐτῷ => ότι θα αλλάξει γνώμη

καὶ ἡγήσεσθαι με πολὺ βελτίω => και θα με θεωρεί πολύ καλύτερο

εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον => στην υπόλοιπη ζωή (του).

Ἀξιῶ δέ͵ ὦ βουλή͵ => Έχω την αξίωση, κύριοι Βουλευτές,

ἐὰν μὲν τοῦτο μόνον ἐπιδείξω ὑμῖν͵ => εάν μεν αυτό μόνο αποδείξω σε σας,

ὡς εὔνους εἰμὶ => ότι δηλαδή διάκειμαι φιλικά

τοῖς καθεστηκόσι πράγμασι => προς την παρούσα πολιτική κατάσταση

καὶ ὡς ἠνάγκασμαι μετέχειν => και ότι έχω αναγκαστεί να συμμετέχω

τῶν αὐτῶν κινδύνων ὑμῖν͵ => στους ίδιους κινδύνους με σας

μηδέν πώ μοι πλέον εἶναι. => να μην υπάρχει ακόμα καμία ωφέλεια για μένα.

Ἐὰν δὲ φαίνωμαι καὶ περί τὰ ἄλλα => Εάν όμως αποδειχθώ ότι και ως προς τα άλλα

μετρίως βεβιωκὼς => έχω ζήσει με μετριοπάθεια

καὶ πολὺ παρὰ τὴν δόξαν καὶ => και εντελώς αντίθετα προς όσα νομίζουν

(παρὰ) τοὺς λόγους τοὺς τῶν ἐχθρῶν͵ => και λένε οι εχθροί μου,

δέομαι ὑμῶν ἐμὲ μὲν => σας παρακαλώ από τη μια μεριά

δοκιμάζειν͵ => να επικυρώσετε την εκλογή μου,

τούτους δὲ ἡγεῖσθαι χείρους εἶναι. => αυτούς από την άλλη να τους θεωρείτε χειρότερους.

Πρῶτον δὲ ἀποδείξω => Και πρώτα θα αποδείξω

ὡς οὐχ ἵππευον => ότι δεν ανήκα στην τάξη των ιππέων,

οὔδ΄ ἐπεδήμουν => ούτε βρισκόμουν εδώ

ἐπὶ τῶν τριάκοντα͵ => την περίοδο των Τριάκοντα τυράννων,

οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας. => ούτε συμμετείχα στο τότε πολίτευμα.


Γλωσσικά - Γραμματικά σχόλια

 

Εἲ: υποθετικός σύνδεσμος (εάν)

μή: αρνητικό επίρρημα (δεν, μη)

συνῄδη: α΄ εν. οριστ. υπερσ. με σημασία παρατ., ενεργ. φωνής του ρ. σύνοιδα (γνωρίζω)

ὦ βουλή: κλητ. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ βουλή (οι Βουλευτές)

τοῖς κατηγόροις: δοτ. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ κατήγορος (ο κατήγορος)

βουλομένοις: δοτ. πληθ. αρσ. της μετοχής ενεστ. μέσης φωνής του ρ. βούλομαι (θέλω)

ἐκ: κύρια πρόθεση συντασσόμενη (εδώ) με γενική (από, με)

παντός: γεν. εν. αρσ. της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας ὁ πᾶς, ἡ πᾶσα, τὸ πᾶν (καθένας)

τρόπου: γεν. εν. αρσ. του ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ τρόπος (ο τρόπος)

κακῶς: τροπικό επίρρημα (κακώς)

ἐμέ: αιτιατ. εν. προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου (εμένα)

ποιεῖν: απαρ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ποιέω-ποιῶ (κάνω) | κακῶς ποιῶ: βλάπτω, κακοποιώ

πολλήν: αιτιατ. εν. θηλ. του ανώμαλου επιθέτου ὁ πολύς, ἡ πολλή, τὸ πολύ (πολύς, πολλή, πολύ)

ἂν: δυνητικό μόριο

αὐτοῖς: δοτ. πληθ. αρσ. της οριστικής - επαναληπτικής αντωνυμίας αὐτός, αὐτή, αὐτό (αυτός, αυτή, αυτό)

χάριν: αιτιατ. εν. του θηλ. ουσιαστικού γ΄ κλίσης ἡ χάρις, τῆς χάριτος (η ευγνωμοσύνη)

εἲχον: α΄ εν. οριστ. παρατ. ενεργ. φωνής του ρ. ἒχω | χάριν ἒχω τινί: χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον)

ταύτης: γεν. εν. θηλ. της δεικτικής αντωνυμίας οὗτος, αὓτη, τοῦτο (αυτός, αυτή, αυτό)

τῆς κατηγορίας: γεν. εν. θηλ. του ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ κατηγορία (η κατηγορία)

ἡγοῦμαι: α΄ εν. οριστ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. ἡγέομαι, ἡγοῦμαι (νομίζω)

γάρ: αιτιολογικός σύνδεσμος (διότι)

ἀδίκως: τροπικό επίρρημα

και: παρατακτικός συμπλεκτικός σύνδεσμος

τοῖς διαβεβλημένοις: δοτ. πληθ. αρσ. της μετοχής παρακ. μέσης φωνής του ρ. διαβάλλομαι (συκοφαντούμαι).

τούτους: αιτιατ. πληθ. αρσ. της δεικτικής αντωνυμίας οὗτος, αὓτη, τοῦτο (αυτός, αυτή, αυτό).

εἶναι: απαρ. ενεστ. ενεργ. φωνής του βοηθητικού ρ. εἰμί (είμαι)

μεγίστων: γεν. πληθ. ουδ. του ανώμαλου επιθέτου ὁ μέγας, ἡ μεγάλη, τὸ μέγα στον υπερθετικό βαθμό (μεγάλος, μεγάλη, μεγάλο). ΣΥΓΚΡ.: ὁ/ἡ μείζων, τὸ μεῖζον, ΥΠΕΡΘ.: ὁ μέγιστος, ἡ μεγίστη, τὸ μέγιστον

ἀγαθῶν: γεν. πληθ. του ουσιαστικού β΄ κλίσης τὸ ἀγαθόν (το καλό, η ευεργεσία)

αἰτίους: αιτιατ. πληθ. αρσ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ αἲτιος, ἡ αἰτία, τὸ αἲτιον (αίτιος, υπαίτιος)

οἳτινες: ονομ. πληθ. αρσ. της αναφορικής αντωνυμίας ὃστις, ἣτις, ὃ,τι (ο οποίος, η οποία, το οποίο)

ἂν: αοριστολογικό μόριο ( τυχόν, ή παραμένει αμετάφραστο)

αὐτούς: αιτιατ. πληθ. αρσ. της οριστικής - επαναληπτικής αντωνυμίας αὐτός, αὐτή, αὐτό (αυτός, αυτή, αυτό)

ἀναγκάζωσιν: γ΄ πληθ. υποτ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ἀναγκάζω (αναγκάζω)

εἰς: κύρια πρόθεση συντασσόμενη (εδώ) με αιτιατική (σε)

ἒλεγχον: αιτιατ. εν. αρσ. του ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ ἒλεγχος (ο έλεγχος, η εξέταση)

αὐτοῖς: δοτ. πληθ. αρσ. της οριστικής - επαναληπτικής αντωνυμίας αὐτός, αὐτή, αὐτό (αυτός, αυτή, αυτό)

τῶν βεβιωμένων: γεν. πληθ. ουδ. της μετοχής παρακ. μέσης φωνής του ρ. ζήω-ζῶ (ζω) | τὰ βεβιωμένα: οι πράξεις της ζωής

καταστῆναι: απαρ. αορ. β΄ ενεργ. φωνής του ρήματος καθίσταμαι (τοποθετούμαι, βρίσκομαι σε κατάσταση) | καθίσταμαι εἰς ἒλεγχον τῶν βεβιωμένων μοι: λογοδοτώ για τις πράξεις της ζωής μου)

κατηγόροις (ὁ κατήγορος): < κατά + ἀγορεύω < ἀγορά < ἀγείρω (συναθροίζω, συγκαλώ)

τρόπου (ὁ τρόπος): < τρέπω

ἀδίκως: < ἀ (στερ.) + δίκη

βεβιωμένων (βιοῦμαι): < ὁ βίος

καταστῆναι: < κατά + ἳσταμαι (στέκομαι, βρίσκομαι, εγκαθίσταμαι)

Ἐγώ: ονομ. εν. προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου ἐγώ (εγώ)

γάρ: αιτιολογικός σύνδεσμος (γιατί)

οὓτω: ποσοτικό επίρρημα (τόσο)

σφόδρα: ποσοτικό επίρρημα (πολύ)

ἐμαυτῷ: δοτ. εν. αρσ. της αυτοπαθητικής αντωνυμίας α΄ προσώπου ἐμαυτοῦ, ἐμαυτῆς (στον εαυτό μου).

πιστεύω: α΄ εν. οριστ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. πιστεύω (πιστεύω)

ὣστ’ (ὣστε): συμπερασματικός σύνδεσμος (ώστε)

ἐλπίζω: α΄ εν. οριστ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ἐλπίζω (ελπίζω)

καὶ εἰ: παραχωρητικός σύνδεσμος (και αν ακόμα)

τίς: ονομ. εν. αρσ. της αόριστης αντωνυμίας τὶς, τὶς, τὶ (κάποιος)

πρός: κύρια πρόθεση συντασσόμενη με αιτιατική (σε, προς)

με: αιτιατ. εν. προσωπικής αντωνυμίας α’ προσώπου (εμένα)

τυγχάνει: γ΄ εν. οριστ. ενεστ., ενεργ. φωνής του ρ. τυγχάνω (συμβαίνει να)

ἀηδῶς: τροπικό επίρρημα (άσχημα)

: διαζευκτικός σύνδεσμος (ή)

κακῶς: τροπικό επίρρημα (εχθρικά)

διακείμενος: ονομ. εν. αρσ. της μετοχής ενεστ. μέσης φωνής του ρ. διάκειμαι (συμπεριφέρομαι) | διάκειμαι ἀηδῶς ἢ κακῶς πρός τινά: φέρομαι άσχημα ή εχθρικά σε κάποιον

ἐπειδάν: χρονικός σύνδεσμος (όταν)

ἐμοῦ: γεν. εν. προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου (ἐμοῦ: εμένα)

λέγοντος: γεν. εν. αρσ. της μετοχής ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. λέγω (λέω, μιλώ)

ἀκούσῃ: γ΄ εν. υποτ. αορ. α΄ ενεργ. φωνής του ρ. ἀκούω (ακούω)

περί: κύρια πρόθεση συντασσόμενη με γενική (για, σχετικά με)

τῶν πεπραγμένων: γεν. πληθ. ουδ. της μετοχής παρακ. μέσης φωνής του ρ. πράττομαι (διαπράττω) | περί τῶν πεπραγμένων: για τις πράξεις | ΣΗΜΕΙΩΣΗ: εδώ η μετοχή ισοδυναμεί με ουσιαστικό

μεταμελήσειν: απαρ. μέλλ. ενεργ. φωνής του απρόσωπου ρ. μεταμέλει (μετανιώνω) | μεταμέλει τινί τινός: μετανοεί κάποιος, αλλάζει γνώμη για κάτι

αὐτῷ: δοτ. εν. του αρσ. της οριστικής - επαναληπτικής αντωνυμίας αὐτός, αὐτή, αὐτό (αυτός, αυτή, αυτό)

καί: παρατακτικός συμπλεκτικός σύνδεσμος

πολύ: ποσοτικό επίρρημα (πολύ)

βελτίω: αιτιατ. εν. αρσ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ ἀγαθός, ἡ ἀγαθή, τὸ ἀγαθόν (καλός) στον συγκριτικό βαθμό. (δεύτερος τύπος, αντί βελτίονα) | ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο τύπος βελτίων κλίνεται κατά την τρίτη κλίση

με: αιτιατ. εν. προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου (εμένα)

εἰς: κύρια πρόθεση συντασσόμενη με αιτιατική (εις, σε)

τὸν λοιπόν: αιτιατ. εν. αρσ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ λοιπός, ἡ λοιπή, τὸ λοιπόν (υπόλοιπος)

χρόνον: αιτιατ. εν. αρσ. του ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ χρόνος (ο χρόνος)

ἡγήσεσθαι: απαρ. μέλλ. μέσης φωνής του ρ. ἡγέομαι-ἡγοῦμαι (θεωρώ)

Ἀξιώ: α΄ εν. οριστ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ἀξιόω-ἀξιῶ (έχω την αξίωση να)

δὲ: παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος (εδώ λειτουργεί ως μεταβατικός)

ὦ βουλή: κλητ. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ βουλή (οι Βουλευτές)

ἐάν: υποθετικός σύνδεσμος (εάν)

μὲν: παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος (στην προκειμένη περίπτωση δε μεταφράζεται)

τοῦτο: αιτιατ. εν. ουδ. της δεικτικής αντωνυμίας οὗτος, αὓτη, τοῦτο (αυτός, αυτή, αυτό)

μόνον: 1. αιτιατ. εν. ουδ. του δευτερόκλιτου επιθέτου μόνος, μόνη, μόνον (μόνο)· 2. ποσοτικό επίρρημα (μόνο)

ὑμῖν: δοτ. πληθ. προσωπικής αντωνυμίας β΄ προσώπου (ὑμῖν: σε εσάς)

ἐπιδείξω: α΄ εν. υποτ. αορ. α΄ ενεργ. φωνής του ρ. ἐπιδείκνυμι και ἐπιδεικνύω (αποδεικνύω)

ὡς: ειδικός σύνδεσμος (ότι)

εὒνους: ονομ. εν. του αρσ. δευτερόκλιτου συνηρημένου επιθέτου ὁ/ἡ εὒνους, τὸ εὒνουν (φιλικός, ευμενής) | εὒνους εἰμί τινὶ: διάκειμαι φιλικά προς κάποιον, συμπαθώ κάποιον

εἰμί: α΄ εν. οριστ. ενεστ. ενεργ. φωνής του βοηθητικού ρ. εἰμί (είμαι)

τοῖς καθεστηκόσι: δοτ. πληθ. ουδ. της μετοχής παρακ. ενεργ. φωνής του ρ. καθίσταμαι (εγκαθίσταμαι) | τοῖς καθεστηκόσι πράγμασι: στο παρόν πολίτευμα

πράγμασι: δοτ. πληθ. ουδ. του ουσιαστικού γ΄ κλίσης τὸ πράγμα, τοῦ πράγματος

καί: παρατακτικός συμπλεκτικός σύνδεσμος

ὡς: ειδικός σύνδεσμος (ότι)

ἠνάγκασμαι: α΄ εν. οριστ. παρακ. μέσης φωνής του ρ. ἀναγκάζομαι (αναγκάζομαι, υποχρεώνομαι)

τῶν αὐτών: γεν. πληθ. αρσ. της οριστικής αντωνυμίας αὐτός, αὐτή, αὐτό (ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο) | τῶν αὐτῶν: στους ίδιους

κινδύνων: γεν. πληθ. αρσ. του ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ κίνδυνος (ο κίνδυνος)

μετέχειν: απαρ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. μετέχω (συμμετέχω, παίρνω μέρος)

ὑμῖν: δοτ. πληθ. προσωπικής αντωνυμίας β΄ προσώπου (ὑμῖν: με εσάς)

μηδέν: αιτιατ. εν. ουδ. της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας μηδείς, μηδεμία, μηδέν (κανείς, καμία, κανένα/ τίποτα)

πώ: εγκλιτικό μόριο, χρονικό (ακόμη, ως τώρα)

μοι: δοτ. εν. προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου (μοι: σε εμένα)

πλέον: αιτιατ. εν. ουδ. του ανώμαλου επιθέτου ὁ πολύς, ἡ πολλή, τὸ πολύ στον συγκριτικό βαθμό (πλέον: περισσότερο)

εἶναι: απαρ. ενεστ. ενεργ. φωνής του βοηθητικού ρ. εἰμί (είμαι) | μηδέν εἶναί μοι: να μην έχω

Ἐάν: υποθετικός σύνδεσμος (εάν)

δὲ: παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος (αλλά, όμως)

φαίνωμαι: α΄ εν. υποτ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. φαίνομαι (φαίνομαι, δίνω την εντύπωση) | φαίνομαι  

βεβιωκώς: είναι φανερό ότι έχω ζήσει

καί: παρατακτικός συμπλεκτικός σύνδεσμος

περί: κύρια πρόθεση συντασσόμενη (εδώ) με αιτιατική (ως προς)

τὰ ἂλλα: αιτιατ. πληθ. ουδ. της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας ἂλλος, ἂλλη, ἂλλο (άλλος, άλλη, άλλο)

μετρίως: τροπικό επίρρημα (με μέτρο, με μετριοπάθεια, κόσμια, τίμια)

βεβιωκώς: ονομ. εν. αρσ. της μετοχής παρακ. ενεργ. φωνής του ρ. ζήω-ζῶ (ζω)

πολύ: ποσοτικό επίρρημα (πολύ)

παρά: κύρια πρόθεση συντασσόμενη (εδώ) με αιτιατική (αντίθετα προς, διαφορετικά από)

τὴν δόξαν: αιτιατ. εν. θηλ. του ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ δόξα (η γνώμη)

τοὺς λόγους: αιτιατ. πληθ. αρσ. του ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ λόγος (ο λόγος) | οἱ λόγοι: τα λόγια, οι ισχυρισμοί

τῶν ἐχθρῶν: γεν. πληθ. αρσ. του ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ ἐχθρός (ο εχθρός)

δέομαι: α΄ εν. οριστ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. δέομαι (παρακαλώ)

ὑμῶν: γεν. πληθ. προσωπικής αντωνυμίας β΄ προσώπου (ὑμῶν: εσάς)

ἐμέ: αιτιατ. εν. προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου (ἐμε: εμένα)

μὲν: παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος (αλλά, όμως)

δοκιμάζειν: απαρ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. δοκιμάζω | δοκιμάζω τινά: εξετάζω και θεωρώ κάποιον κατάλληλο για δημόσιο υπούργημα, ερευνώ, ελέγχω, κρίνω, εγκρίνω ή επικυρώνω την εκλογή κάποιου

τούτους: αιτιατ. πληθ. αρσ. της δεικτικής αντωνυμίας οὗτος, αὓτη, τοῦτο (αυτός, αυτή, αυτό)

δὲ: παρατακτικός αντιθετικός σύνδεσμος (αλλά, όμως)

ἡγεῖσθαι: απαρ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. ἡγέομαι-ἡγοῦμαι (νομίζω)

χείρους: αιτιατ. πληθ. αρσ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ κακός, ἡ κακή, τὸ κακόν (ο ηθικά κακός) στον συγκριτικό βαθμό (δεύτερος τύπος αντί χείρονας) | ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο τύπος χείρων κλίνεται κατά την τρίτη κλίση

εἶναι: απαρ. ενεστ. ενεργ. φωνής του βοηθητικού ρ. εἰμί (είμαι)

Πρῶτον: αιτιατ. εν. ουδ. του τακτικού αριθμητικού επιθέτου ὁ πρῶτος, ἡ πρώτη, τὸ πρῶτον (πρώτος, πρώτη, πρώτο)

ἀποδείξω: α΄ εν. οριστ. μέλλ. ενεργ. φωνής του ρήματος ἀποδείκνυμι και ἀποδεικνύω (αποδεικνύω)

ὡς: ειδικός σύνδεσμος (ότι τάχα, ότι δήθεν)

οὐχ: αρνητικό επίρρημα

ἳππευον: α΄ εν. οριστ. παρατ. ενεργ. φωνής του ρ. ἱππεύω (ιππεύω)

οὐδ' (οὐδέ): σύνδεσμος, συμπλεκτικός, παρατακτικός (ούτε)

ἐπεδήμουν: α΄ εν. οριστ. παρατ. ενεργ. φωνής του ρ. ἐπιδημέω-ἐπιδημῶ (βρίσκομαι στην πατρίδα μου, διαμένω στην πόλη)

ἐπί: κύρια πρόθεση συντασσόμενη (εδώ) με γενική (σε, κατά)

τῶν τριάκοντα: γεν. πληθ. αρσ. του απόλυτου αριθμητικού επιθέτου οἱ τριάκοντα, αἱ τριάκοντα, τὰ τριάκοντα (τριάντα) | κατά την κλίση κλίνεται μόνο το άρθρο

οὐδέ: σύνδεσμος, συμπλεκτικός, παρατακτικός (ούτε)

μετέσχον: α΄ εν. οριστ. αορ. β’. ενεργ. φωνής του ρ. μετέχω (συμμετέχω, παίρνω μέρος)

τότε: χρονικό επίρρημα

τῆς πολιτείας: γεν. εν. θηλ. του ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ πολιτεία (το πολίτευμα, το καθεστώς)

εὒνους: < εὖ + νοῦς

πράγμασι (τὸ πρᾶγμα): < πράττω

δόξαν (ἡ δόξα): < δοκέω-ῶ (νομίζω)

δοκιμάζειν (δοκιμάζω): < δόκιμος < δοκέω-ῶ

ἳππευον (ἱππεύω): < ἱππεύς < ἳππος

ἐπεδήμουν (ἐπιδημῶ): < ἐπί + δῆμος

πολιτείας (ἡ πολιτεία): <πολιτεύω < πολίτης < πόλις


Λεξιλογικός πίνακας

συνῄδη (γνωρίζω)> είδηση, ειδήμονας, ειδησεογραφία, ειδοποίηση, συνείδηση, ασυνείδητος, ιδανικός, ιστορία, ιστορικός, ιστοριογραφία, ανιστόρητος

βουλή > βούληση, βουλησιαρχία, βουλητικός, ευβουλία, αβουλία

κατηγόροις > κατηγορία, κατηγορούμενο, κατηγορηματικός, κατηγορητήριο, κατηγόρημα, κατήγορος, κατηγορούμενος, κατηγορώ

παντός (οποιοσδήποτε)> πανάγαθος, πάνσοφος, παντοκράτορας, παντελεήμων, πανάξιος

τρόπου > τρέπω, τροπή, επιτροπή, αποτρέπω, τροπολογία, τροποποιώ, τροποποιητικός, τροπικός, ατροποποίητος, κατατροπώνω

κακῶς (απρεπώς)> κακοποιώ, κακολογώ, κακοποιός, κακοποίηση, κακοφτιαγμένος, κάκωση, κακοψημένος, κακογραμμένος, κακούργος, κακούργημα

ποιεῖν (κάνω)> ποίηση, ποιητής, ποίημα, ποιητικός, παραποίηση, παραποιώ, αποποιούμαι, εκποιώ, περιποίηση, χειροποίητος, προσποίηση

πολλὴν > πολυλογία, πολυακόρεστος, πολυπληθής, πολύπαθος, πολυάσχολος, πολυταξιδεμένος, πολυβασανισμένος

χάριν (ευγνωμοσύνη)> χαριτωμένος, άχαρος, πασίχαρος, χαριτολογώ, αχάριστος

εἶχον > έξη, σχήμα, σχέση, σχέδιο, σχολείο, αποχή, εχεμύθεια, ένοχος, μετοχή, συμμετοχή, παροχή, πάροχος, κατέχω, ανακωχή, συνοχή

ἡγοῦμαι (νομίζω)> ηγέτης, ηγεμόνας, ηγετικός, ηγεμονία, ηγούμενος, αφήγηση, αφηγηματικός, καθηγητής, εξήγηση, παρεξήγηση, διήγηση

ἀδίκως (αδικαιολόγητος)> αδικώ, άδικος, αδικοχαμένος, αδικοσκοτωμένος

διαβεβλημένοις (συκοφαντώ)> διαβολή, αναβολή, βλήμα, απόβλητος, βέλος, συμβάλλω, συμβολή, σύμβολο, συμβόλαιο, παραβολή, παραβάλλω

μεγίστων > μεγιστάνας, μεγιστοποιώ, μεγιστοποίηση

ἀγαθῶν (καλό): αγαθός, αγαθιάρης, αγαθότητα, αγαθοεργία, αγαθοπιστία, πανάγαθος, καλοκάγαθος, Αγαθοκλής

αἰτίους (υπαίτιος)> αιτία, αίτιο, αιτιατό, αιτίαση, αιτιώδης, υπαιτιότητα, υπαίτιος, αιτιολόγηση, αιτιοκρατία, αιτιολογώ, αιτιολογικός, αναίτιος

ἀναγκάζωσιν > ανάγκη, αναγκαίος, αναγκαιότητα, αναγκαστικός, αναγκάζω, καταναγκασμός, εξαναγκασμός, εξαναγκάζω

ἔλεγχον > ελέγχω, ελεγκτικός, έλεγχος, ανέλεγκτος

βεβιωμένων (ζω)> βίωμα, βίος, βιώσιμος, έμβιος, αναβιώνω, επιβιώνω, αντιβιοτικό

καταστῆναι (τοποθετούμαι)> εγκαθίσταμαι, κατάστημα, ιστός, στάδιο, στέκομαι, ενίσταμαι, παρίσταμαι, παριστάμενος, παράσταση, προϊστάμενος, επαναστατώ, καθεστώς, ανάσταση, ανάστατος, αναστάτωση, αστάθεια

σφόδρα (έντονα)> σφοδρός, σφοδρότητα, σφόδρα

πιστεύω > πίστη, πιστός, πιστοποίηση, εμπιστοσύνη, πιστευτός, απίστευτος, άπιστος, απιστία, εύπιστος, αξιόπιστος, αναξιόπιστος

ἐλπίζω > ελπίδα, φέρελπις, ανέλπιστος, απελπισία, ελπιδοφόρος, άπελπις

τυγχάνει (τυχαίνω)> τυχαίος, τύχη, τυχερός, άτυχος, τυχάρπαστος, ευτυχία, ατυχία, δυστυχία, ευτυχισμένος, τυχοδιώκτης, συνέντευξη, ευτύχημα

ἀηδῶς (άσχημα)> αηδία, αηδιάζω, αηδιαστικός, αηδής

διακείμενος (συμπεριφέρομαι)> διάκειμαι, κείμενο, υποκείμενο, αντικείμενο, κειμήλιο, κατάκοιτος, κοιτάζω, κοίτη, κοιτίδα, κοιτώνας, κοίτασμα

λέγοντος > λόγος, λέξη, λεκτικός, εύλογος, παράλογος, άλογος, λογικός, ρήμα, ρήση, παρρησία, ρήτορας, έπος, συνεπής, ασυνέπεια, σύλλογος

ἀκούσῃ > άκουσμα, ακοή, ακουστικός, παρακούω, ανήκουστος, ακουστός, βαρήκοος, βαρηκοΐα, ευήκοος, υπήκοος

πεπραγμένων (κάνω)> πράξη, πράγμα, πραγματικός, άπρακτος, είσπραξη, απραξία

μεταμελήσειν (μετανιώνω)> μεταμέλεια, μεταμελούμαι, μελέτη, μέλημα, επιμελής, αμελής

βελτίω (καλύτερος)> βελτιώνω, βελτίωση, βελτιώσιμος, βέλτιστος, βελτιωτικός

λοιπὸν (υπόλοιπος)> λιποθυμώ, λιποτάκτης, λείψανο, λειψός, λειψυδρία

χρόνον > άχρονος, σύγχρονος, χρονομετρώ, χρονολογία, χρονογράφημα

ἀξιῶ (αξιώνω)> αξίωση, αξίωμα, αξιωματικός, απαξίωση, καταξίωση

ἐπιδείξω (αποδεικνύω)> επίδειξη, επιδειξίας, επιδεικτικός, επιδεικνύω, επιδειξιομανία

εὔνους (φιλικός)> ευνοϊκός, εύνοια, ευνοητός, ευνοιοκρατία, ευνοιοκρατικός

εἰμὶ (είμαι)> ουσία, απουσία, απών, απούσα, ουσιώδης, ανούσιος, εξουσία, περιουσία, ουσιαστικός, απουσιολόγιο, όντως, όν

πράγμασι (πράγμα)> πραγματικότητα, πραγματικός, διαπραγμάτευση, εμπράγματος, διαπραγματευτής, απραγματοποίητος, πραγματοποίηση, πραγματεύομαι, πραγματογνώμονας

κινδύνων > επικίνδυνος, επικινδυνότητα, ακίνδυνος, κινδυνεύω, κινδυνολογία

μηδέν (τίποτα)> μηδαμού, μηδεμώς, μηδενικός, μηδαμινότητα, μηδαμινός, μηδενίζω, μηδείς, μηδενιστής, εκμηδένιση, εκμηδενίζω

πλέον (περισσότερο)> πλειονότητα, πλειοψηφία, πλεόνασμα, πλεονασματικός, πλειοδότης, πλεονέκτης, πλεονεξία, επιπλέον, πλειστηριασμός

φαίνωμαι (παρουσιάζομαι)> φανερός, φανερώνω, φάντασμα, φανέρωση, φως, αφανής, εμφανής, άφαντος, εμφαντικός, φαινόμενο, φαινομενικός, περιφανής

μετρίως (μετριοπάθεια)> μέτριος, μετριάζω, μετριοφροσύνη, μετριοπαθής, μέτρο, μετρώ, μετροταινία, συμμετρία, άμετρος, περίμετρος, καταμέτρηση

δόξαν (γνώμη)> δόξα, δοξασία, δοξάζω, δοξαστικός, δόγμα, δοξολογώ, ένδοξος, άδοξος, ματαιοδοξία, μισαλλοδοξία, φιλόδοξος, φιλοδοξώ

ἐχθρῶν> εχθρεύομαι, έχθρα, εχθρικός, εχθρότητα, εχθροπραξία

δέομαι (παρακαλώ)> δέηση, δεητικός, ενδεής, δέοντα, δεοντολογία, δεοντολόγος, αδεής

δοκιμάζειν (περνώ)> δοκιμασία δοκιμασία, δόκιμος, δοκιμή, δοκιμαστικός, δοκιμαστήριο, δοκιμασμένος, αδόκιμος, δοκίμιο, αποδοκιμασία, επιδοκιμασία

χείρους (χειρότερος)> χειροτερεύω, χειροτέρευση, χειρότερος

πρῶτον (αρχικά)> πρώτος, πρωτίστως, πρωταρχικός, πρωτοπόρος, πρωταθλητής

ἀποδείξω (αποδεικνύω)> απόδειξη, αποδεικτικός, αποδεδειγμένος, αποδεικτέος, αναπόδεικτος, αποδεικνύω, αποδείξιμος

ἵππευον > ιππέας, ιππικό, ιππότης, ιπποσύνη, έφιππος, ιππόδρομος, ιπποπόταμος, ιπποτροφείο, ιπποφορβείο, αφιππεύω, αφίππευση

ἐπεδήμουν (μένω)> επιδημία, επιδημητικός, επιδημιολόγος, επιδημικός, επιδημιολογία

τριάκοντα (τριάντα)> τριακονταετία, τριακονταετηρίδα, τριακονταπλάσιος, τριακοντάκις

πολιτείας (πολίτευμα)> πολιτεία, πολιτειακός, συμπολιτεία, πολίτευμα, πολιτικός, πολίτης


Χρονικές αντικαταστάσεις

σύνοιδα, συνῄδειν/ συνῄδη, συνείσομαι/ συνειδήσω, συνέγνων, συνέγνωκα, συνεγνώκειν

βουλομένοις, βουλησομένοις, βουληθησομένοις, βουληθεῖσι, βεβουλημένοις

ποιεῖν, ποιήσειν, ποιῆσαι, πεποιηκέναι

ἒχω, εἶχον, ἓξω/σχήσω, ἒσχον, ἒσχηκα, ἐσχήκειν

ἡγοῦμαι, ἡγούμην, ἡγήσομαι/(ἡγηθήσομαι), ἡγησάμην/ ἡγήθην, ἣγημαι, ἡγήμην

διαβαλλομένοις, διαβαλουμένοις/ διαβληθησομένοις, διαβαλομένοις, διαβληθεῖσι, διαβεβλημένοις

εἶναι, ἒσεσθαι, γενέσθαι, γεγονέναι

ἀναγκάζωσι, ἀναγκάσωσι, ἠναγκακότες ὦσι

βιουμένων, βιωθησομένων, βιωσαμένων, βεβιωμένων

καθίστασθαι, καταστήσεσθαι/ κατασταθήσεσθαι, καταστήσασθαι/ καταστῆναι/ κατασταθῆναι, καθεστηκέναι, καθεστάναι

πιστεύω, ἐπίστευον, πιστεύσω, ἐπίστευσα, πεπίστευκα, ἐπεπιστεύκειν

ἐλπίζω, ἢλπιζον, ἐλπιῶ, ἢλπισα, ἢλπικα, ἠλπίκειν

τυγχάνει, ἐτύγχανε, τεύξεται, ἒτυχε, τετύχηκε, ἐτετυχήκει

διατιθέμενος, διαθησόμενος, διατεθησόμενος, διαθεμένος, διατεθείς, διατεθειμένος, διακείμενος

λέγοντος, λέξοντος/ ἑροῦντος, λέξαντος/ εἰπόντος, εἰρηκότος

ἀκούῃ, ἀκούσῃ, ἀκηκοώς ᾖ

πραττομένων, πραξομένων/ πραχθησομένων, πραξαμένων πραχθέντων, πεπραγμένων

μεταμέλειν, μεταμελήσειν, μεταμελῆσαι, μεταμεμεληκέναι

ἡγεῖσθαι, ἡγήσεσθαι/ ἡγηθήσεσθαι, ἡγήσασθαι, ἡγηθῆναι, ἡγῆσθαι

ἀξιῶ, ἠξίουν, ἀξιώσω, ἠξίωσα, ἠξίωκα, ήξιώκειν

ἐπιδεικνύω, ἐπιδείξω, ἐπιδεδειχώς ὦ

εἰμί, ἦ/ἦν, ἒσομαι, ἐγενόμην, γέγονα, ἐγεγόνειν

καθισταμένοις, καταστησομένοις/ κατασταθησομένοις, καταστησαμένοις/ καταστᾶσι/ κατασταθεῖσι, καθεστηκόσι, καθεστῶσι

ἀναγκάζομαι, ἠναγκαζόμην, ἀναγκασθήσομαι, ἠναγκάσθην, ἠνάγκασμαι, ἠναγκάσμην

μετέχειν, μεθέξειν/ μετασχήσειν, μετασχεῖν, μετεσχηκέναι

φαίνωμαι, φήνωμαι/ φανθῶ/ φανῶ, πεφηνώς ὦ/ πεφασμένος ὦ

ζῶν, ζήσων/ζησόμενος/βιωσόμενος, ζήσας/ βιούς, βεβιωκώς

δέομαι, ἐδεόμην, δεήσομαι, δεηθήσομαι, ἐδεησάμην, ἐδεήθην, δεδέημαι, ἐδεδεήμην

δοκιμάζειν, δοκιμάσειν, δοκιμᾶσαι, δεδοκιμακέναι

ἀποδείκνυμι/ ἀποδεικνύω, ἀπεδείκνυν/ ἀπεδείκνυον, ἀποδείξω, ἀπέδειξα, ἀποδέδειχα, ἀπεδεδείχειν

ἱππεύω, ἳππευον, ἱππεύσω, ἳππευσα, ἳππευκα, ἱππεύκειν

ἐπιδημῶ, ἐπεδήμουν, ἐπιδημήσω, ἐπεδήμησα, ἐπιδεδήμηκα, ἐπεδεδημήκειν

μετέχω, μετεῖχον, μεθέξω/ μετασχήσω, μετέσχον, μετέσχηκα, μετεσχήκειν


Εγκλιτικές αντικαταστάσεις

ἡγοῦμαι, ἡγῶμαι, ἡγοίμην, (ἡγεῖσθαι, ἡγούμενος)

ἀναγκάζουσι, ἀναγκάζωσι, ἀναγκάζοιεν, ἀναγκαζόντων-έτωσαν, (ἀναγκάζειν, ἀναγκάζοντες)

πιστεύω, πιστεύω, πιστεύοιμι, (πιστεύειν, πιστεύων)

ἐλπίζω, ἐλπίζω, ἐλπίζοιμι, (ἐλπίζειν, ἐλπίζων)

τυγχάνει, τυγχάνῃ, τυγχάνοι, τυγχανέτω, (τυγχάνειν, τυγχάνων)

ἢκουσε, ἀκούσῃ, ἀκούσαι/ ἀκούσειε, ἀκουσάτω, (ἀκοῦσαι, ἀκούσας)

ἀξιῶ, ἀξιῶ, ἀξιοῖμι/ἀξιοίην, (ἀξιοῦν, ἀξιῶν)

ἐπέδειξα, ἐπιδείξω, ἐπιδείξαιμι, (ἐπιδεῖξαι, ἐπιδείξας)

εἰμί, ὦ, εἲην, (εἶναι, ὢν)

ἠνάγκασμαι, ἠναγκασμένος ὦ, ἠναγκασμένος εἲην, (ἠναγκάσθαι, ἠναγκασμένος)

φαίνομαι, φαίνωμαι, φαινοίμην, (φαίνεσθαι, φαινόμενος)

δέομαι, δέωμαι, δεοίμην, (δεῖσθαι, δεόμενος)

ἀποδείξω, ἀποδείξοιμι, (ἀποδείξειν, ἀποδείξων)

μετέσχον, μετάσχω, μετάσχοιμι, (μετασχεῖν, μετασχών)


Συντακτική ανάλυση

    Εἰ μὴ συνῄδη͵ ὦ βουλή͵ τοῖς κατηγόροις βουλομένοις ἐκ παντὸς τρόπου κακῶς ἐμὲ ποιεῖν: δευτερεύουσα επιρρηματική υποθετική πρόταση ως επιρρηματικός προσδιορισμός της προϋπόθεσης στο χάριν εἶχον της κύριας πρότασης που ακολουθεί. Εκφράζει το αντίθετο του πραγματικού.  Υπόθεση: Εἰ μὴ συνῄδη.  Απόδοση: χάριν ἂν εἶχον

Μη συνῄδη: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | τοῖς κατηγόροις: αντικείμενο στο συνῄδη | βουλομένοις: κατηγορηματική μετοχή από το συνῄδη με υποκείμενο τοῖς κατηγόροις ως κατηγορηματικός προσδιορισμός στο υποκείμενό της | ποιεῖν: αντικείμενο στο βουλομένοις τελικό απαρέμφατο με υποκείμενο τοὺς κατηγόρους (ενν.): ετεροπροσωπία | κακῶς: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο ποιεῖν | ἐμὲ: αντικείμενο του ποιεῖν | ἐκ τρόπου: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο ποιεῖν | παντὸς: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο τρόπου | ὦ βουλή: κλητική προσφώνηση.

    πολλὴν ἂν αὐτοῖς χάριν εἶχον ταύτης τῆς κατηγορίας: κύρια πρόταση

ἂν εἶχον: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | χάριν: άμεσο αντικείμενο | αὐτοῖς: έμμεσο αντικείμενο | πολλὴν: επιθετικός προσδιορισμός στο χάριν | τῆς κατηγορίας: γενική της αιτίας στο χάριν ἂν εἶχον | ταύτης: επιθετικός προσδιορισμός στο τῆς κατηγορίας.

    ἡγοῦμαι γὰρ τοῖς ἀδίκως διαβεβλημένοις τούτους εἶναι μεγίστων ἀγαθῶν αἰτίους: κύρια πρόταση

ἡγοῦμαι: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | εἶναι: αντικείμενο, ειδικό απαρέμφατο, με υποκείμενο τούτους (ετεροπροσωπία) | αἰτίους: κατηγορούμενο στο τούτους μέσω του συνδετικού ρήματος εἶναι | ἀγαθῶν: γενική της αιτίας στο αἰτίους | μεγίστων: επιθετικός προσδιορισμός στο ἀγαθῶν | τοῖς διαβεβλημένοις: επιθετική μετοχή με υποκείμενο το άρθρο της τοῖς ως δοτική προσωπική χαριστική στο εἶναι | ἀδίκως: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο διαβεβλημένοις.

    οἵτινες ἂν αὐτοὺς ἀναγκάζωσιν εἰς ἔλεγχον τῶν αὐτοῖς βεβιωμένων καταστῆναι: δευτερεύουσα επιρρηματική αναφορικοϋποθετική πρόταση στο τούτους της κύριας πρότασης που προηγείται.  Έχει ως απόδοση το απαρέμφατο εἶναι της κύριας πρότασης που προηγείται, το οποίο σε ευθύ λόγο θα ήταν οριστική ενεστώτα. (εἰσίν).  Εκφράζει την αόριστη επανάληψη στο παρόν και το μέλλον.  Υπόθεση: ἐὰν ἀναγκάζωσι | Απόδοση: εἰσίν αἲτιοι.

ἂν ἀναγκάζωσιν: ρήμα | οἵτινες: υποκείμενο | αὐτούς: άμεσο αντικείμενο | καταστῆναι: έμμεσο αντικείμενο, τελικό απαρέμφατο με υποκείμενο αὐτοὺς (ετεροπροσωπία) | εἰς ἔλεγχον: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός που δηλώνει είσοδο σε μια κατάσταση στο καταστῆναι | τῶν βεβιωμένων: επιθετική μετοχή με υποκείμενο το άρθρο της τῶν ως γενική αντικειμενική στο ἒλεγχον | αὐτοῖς: δοτική προσωπική του ενεργούντος προσώπου (ποιητικού αιτίου) στο τῶν βεβιωμένων.

    ἐγὼ γὰρ οὕτω σφόδρα ἐμαυτῷ πιστεύω: κύρια πρόταση

πιστεύω: ρήμα | ἐγώ: υποκείμενο | ἐμαυτῷ: αντικείμενο | σφόδρα: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού στο πιστεύω | οὕτω: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού στο σφόδρα.

    ὥστ΄ ἐλπίζω μεταμελήσειν αὐτῷ καὶ πολὺ βελτίω με εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον ἡγήσεσθαι: δευτερεύουσα επιρρηματική συμπερασματική πρόταση ως επιρρηματικός προσδιορισμός του αποτελέσματος στο πιστεύω της κύριας πρότασης που προηγείται.

ἐλπίζω: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | μεταμελήσειν: αντικείμενο, ειδικό απαρέμφατο, με υποκείμενο το ομόρριζο αφηρημένο ουσιαστικό μεταμέλειαν (ετεροπροσωπία) | αὐτῷ: δοτική προσωπική στο μεταμελήσειν καὶ ἡγήσεσθαι: αντικείμενο, ειδικό απαρέμφατο, με υποκείμενο τινά (ενν.) (ετεροπροσωπία) | με: αντικείμενο του απαρεμφάτου ἡγήσεσθαι | βελτίω: κατηγορούμενο του αντικειμένου στο με | πολὺ: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού στο βελτίω | εἰς χρόνον: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ἡγήσεσθαι | τὸν λοιπὸν: επιθετικός προσδιορισμός στο χρόνον δυνάμει του άρθρου.

    καὶ εἴ τις πρός με τυγχάνει ἀηδῶς [ἢ κακῶς] διακείμενος: δευτερεύουσα επιρρηματική εναντιωματική πρόταση ως επιρρηματικός προσδιορισμός της εναντίωσης στο ἐλπίζω της δευτερεύουσας επιρρηματικής συμπερασματικής πρότασης που διακόπτει. Αποτελεί την υπόθεση εξαρτημένου υποθετικού λόγου με απόδοση τα απαρέμφατα μεταμελήσειν καὶ ἡγήσεσθαι. Εκφράζει το πραγματικό | Υπόθεση: εἰ τυγχάνει | Απόδοση: μεταμελήσει καὶ ἡγήσεται.

τυγχάνει: ρήμα | τις: υποκείμενο | διακείμενος: κατηγορηματική μετοχή με υποκείμενο τις ως κατηγορούμενο στο υποκείμενό της από το ρήμα τυγχάνει | ἀηδῶς [ἢ κακῶς]: επιρρηματικοί προσδιορισμοί του τρόπου στο διακείμενος | πρός με: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός που δηλώνει εχθρική διάθεση στο διακείμενος.

    ἐπειδὰν ἐμοῦ λέγοντος ἀκούσῃ περὶ τῶν πεπραγμένων: δευτερεύουσα επιρρηματική χρονικοϋποθετική πρόταση ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ἐλπίζω της δευτερεύουσας επιρρηματικής συμπερασματικής πρότασης που διακόπτει. Αποτελεί την υπόθεση εξαρτημένου υποθετικού λόγου με απόδοση τα απαρέμφατα μεταμελήσειν καὶ ἡγήσεσθαι. Εκφράζει το προσδοκώμενο | Υπόθεση: ἂν ἀκούση: | Απόδοση: μεταμελήσει καὶ ἡγήσεται.

ἀκούσῃ: ρήμα | τίς (ενν): υποκείμενο | ἐμοῦ: αντικείμενο  | λέγοντος: κατηγορηματική μετοχή με υποκείμενο ἐμοῦ (συνημμένη) ως κατηγορηματικός προσδιορισμός στο υποκείμενό της από το ρήμα ἀκούσῃ | περὶ τῶν πεπραγμένων: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της αναφοράς στο λέγοντος.

    ἀξιῶ δέ͵ ὦ βουλή͵ μηδέν πώ μοι πλέον εἶναι: κύρια πρόταση

ἀξιῶ: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | εἶναι: αντικείμενο, τελικό απαρέμφατο, με υποκείμενο μηδέν (ετεροπροσωπία) | πλέον: επιθετικός προσδιορισμός στο μηδέν | μοι: δοτική προσωπική κτητική στο εἶναι | πώ: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο εἶναι | ὦ βουλή: κλητική προσφώνηση.

    ἐὰν μὲν τοῦτο μόνον ὑμῖν ἐπιδείξω: δευτερεύουσα επιρρηματική υποθετική πρόταση ως επιρρηματικός προσδιορισμός της προϋπόθεσης στο μηδέν πώ μοι πλέον εἶναι της κύριας πρότασης που προηγείται. Εκφράζει το προσδοκώμενο. Η απόδοση είναι εξαρτημένη (μηδέν εἶναι) | Υπόθεση: ἐὰν ἐπιδείξω | Απόδοση: μηδέν ἒστω.

ἐπιδείξω: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | τοῦτο: άμεσο αντικείμενο | ὑμῖν: έμμεσο αντικείμενο | μόνον: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο τοῦτο.

ὡς εὔνους εἰμὶ τοῖς καθεστηκόσι πράγμασι: δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση ως επεξήγηση στο τοῦτο της δευτερεύουσας επιρρηματικής υποθετικής πρότασης που προηγείται.

εἰμὶ: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | εὔνους: κατηγορούμενο στο ἐγώ (ενν.) μέσω του συνδετικού ρήματος εἰμί | πράγμασι: δοτική αντικειμενική στο εὔνους | τοῖς καθεστηκόσι: επιθετική μετοχή με υποκείμενο το άρθρο της τοῖς ως επιθετικός προσδιορισμός στο πράγμασι.

    καὶ ὡς ἠνάγκασμαι τῶν αὐτῶν κινδύνων μετέχειν ὑμῖν: δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση ως επεξήγηση στο τοῦτο της δευτερεύουσας επιρρηματικής υποθετικής πρότασης που προηγείται.

ἠνάγκασμαι: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | μετέχειν: αντικείμενο, τελικό απαρέμφατο, με υποκείμενο ἐγώ (ενν.) (ταυτοπροσωπία) | κινδύνων: άμεσο αντικείμενο στο μετέχειν | ὑμῖν: έμμεσο αντικείμενο στο μετέχειν | τῶν αὐτῶν: επιθετικός προσδιορισμός στο κινδύνων δυνάμει του άρθρου.

    ἐὰν δὲ φαίνωμαι καὶ περί τὰ ἄλλα μετρίως βεβιωκὼς καὶ πολὺ παρὰ τὴν δόξαν καὶ (παρὰ) τοὺς λόγους τοὺς τῶν ἐχθρῶν: δευτερεύουσα επιρρηματική υποθετική πρόταση ως επιρρηματικός προσδιορισμός της προϋπόθεσης στο δέομαι δοκιμάζειν καὶ ἡγεῖσθαι της κύριας πρότασης που ακολουθεί. Εκφράζει το προσδοκώμενο. Η απόδοση είναι εξαρτημένη: ἐμέ μέν δοκιμάζειν, τούτους δὲ ἡγεῖσθαι. Υπόθεση: ἐὰν φαίνωμαι | Απόδοση: δοκιμάζετέ με καὶ ἡγεῖσθε.

φαίνωμαι: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | βεβιωκὼς: κατηγορηματική μετοχή με υποκείμενο ἐγώ ως κατηγορούμενο στο υποκείμενό της από το φαίνωμαι | περί τὰ ἄλλα: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της αναφοράς στο βεβιωκὼς |  μετρίως: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο βεβιωκὼς | παρὰ τὴν δόξαν καὶ (παρὰ) τοὺς λόγους: εμπρόθετοι επιρρηματικοί προσδιορισμοί της εναντίωσης στο βεβιωκὼς | τοὺς τῶν ἐχθρῶν: επιθετικός προσδιορισμός στο τοὺς λόγους δυνάμει του άρθρου | πολὺ: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού στο παρὰ τὴν δόξαν καὶ (παρὰ) τοὺς λόγους.

    δέομαι ὑμῶν ἐμὲ μὲν δοκιμάζειν͵ τούτους δὲ ἡγεῖσθαι χείρους εἶναι: κύρια πρόταση

δέομαι: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | ὑμῶν: έμμεσο αντικείμενο | μὲν δοκιμάζειν - δὲ ἡγεῖσθαι: άμεσα αντικείμενα, τελικά απαρέμφατα, με υποκείμενο ὑμᾶς (ενν.) (ετεροπροσωπία) | ἐμὲ: αντικείμενο στο δοκιμάζειν | εἶναι: αντικείμενο στο ἡγεῖσθαι, ειδικό απαρέμφατο, με υποκείμενο τούτους (ετεροπροσωπία) | χείρους: κατηγορούμενο στο τούτους μέσω του συνδετικού ρήματος εἶναι.

    πρῶτον δὲ ἀποδείξω: κύρια πρόταση

ἀποδείξω: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | πρῶτον: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ἀποδείξω.

    ὡς οὐχ ἵππευον: δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση ως αντικείμενο του ἀποδείξω της κύριας πρότασης που προηγείται.

ἵππευον: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο.

    οὔδ΄ ἐπεδήμουν ἐπὶ τῶν τριάκοντα: δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση ως αντικείμενο του ἀποδείξω της κύριας πρότασης που προηγείται.

οὔδ’ ἐπεδήμουν: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | ἐπὶ τῶν τριάκοντα: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο οὔδ’ἐπεδήμουν.

    οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας: δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση ως αντικείμενο του ἀποδείξω της κύριας πρότασης που προηγείται.

οὐδὲ μετέσχον: ρήμα | ἐγώ (ενν.): υποκείμενο | πολιτείας: αντικείμενο | τῆς τότε: επιθετικός προσδιορισμός στο πολιτείας δυνάμει του άρθρου.


Ερμηνευτικές σημειώσεις

    Επίτευξη των στόχων του προοιμίου:

    πρόσεξις: ο Μαντίθεος πρωτοτυπεί εκφράζοντας ευγνωμοσύνη προς τους κατηγόρους του και έτσι κερδίζει την προσοχή των βουλευτών

    εὔνοια: εκφράζει μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και αναφέρεται σε θέματα που αφορούν στη συμμετοχή του στους δημοκρατικούς αγώνες των Αθηναίων

    ἐνημέρωση (κατατόπιση): στο τέλος αναφέρεται συνοπτικά στο κατηγορητήριο λέγοντας πως στη συνέχεια θα ανασκευάσει τις κατηγορίες ζητώντας παράλληλα από τους βουλευτές την έγκριση της βουλευτικής του εκλογής

    Βουλή των Πεντακοσίων:

  • 50 μέλη από κάθε φυλή.
  • Ανάδειξη των μελών με κλήρωση.
  • Μεγαλύτεροι των τριάντα ετών, με πολιτική εμπειρία μέσα από τις συνελεύσεις των δήμων.
  • Υποβάλλονται σε «δοκιμασία» πριν την ανάληψη του αξιώματος.

    Έργο τους:

  • Έκδοση προβουλευμάτων.
  • Άσκηση δικαστικού έργου.
  • Έλεγχος του έργου των αρχόντων.
  • Διεκπεραίωση έργων που δεν είχαν ανατεθεί στην εκκλησία του Δήμου.
  • Συνεργασία με τους ανώτατους άρχοντες σε θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.
  • Εποπτεία των δημόσιων οικονομικών.

    α. Πρόσεξις

    «πολλὴν ἂν αὐτοῖς χάριν εἶχον ταύτης τῆς κατηγορίας»

    «τούτους εἶναι μεγίστων ἀγαθῶν αἰτίους»

    Ο Μαντίθεος ξεκινά την απολογία του με μια πρωτότυπη και εντυπωσιακή έκφραση.  Με το σχήμα «παρά προσδοκίαν» (σχήμα του απροσδόκητου) δηλώνει ότι κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις («εἰ μὴ συνῄδη τοῖς κατηγόροις βουλομένοις ἐκ παντὸς τρόπου κακῶς ἐμὲ ποιεῖν») θα ήταν ευγνώμων στους κατηγόρους του, καθώς τον αναγκάζουν να λογοδοτήσει για τις πράξεις του αποδεικνύοντας έτσι τη χρηστότητα του ήθους του («αὐτοὺς ἀναγκάζωσι εἰς ἔλεγχον τῶν αὐτοῖς βεβιωμένων καταστῆναι»).  Με τον τρόπο αυτόν ο ρήτορας κεντρίζει το ενδιαφέρον και κερδίζει την «πρόσεξιν» των ακροατών.

    β. Εὔνοια

    «βουλομένοις ἐκ παντὸς τρόπου κακῶς ἐμὲ ποιεῖν»

    «τοῖς ἀδίκως διαβεβλημένοις»

    «σφόδρα ἐμαυτῷ πιστεύω»

    «εὔνους εἰμὶ τοῖς καθεστηκόσι πράγμασι»

    «ἠνάγκασμαι τῶν αὐτῶν κινδύνων μετέχειν ὑμῖν»

    «περὶ τὰ ἄλλα μετρίως βεβιωκὼς»

    Οι κατήγοροι: κάθε Αθηναίος πολίτης είχε δικαίωμα να κατηγορήσει έναν συμπολίτη του ως ανάξιο για κρατικό λειτουργό  την ημέρα της «δοκιμασίας» του.  Στην Αθήνα ήταν συχνό φαινόμενο αθώοι πολίτες να κατηγορούνται άδικα από επαγγελματίες συκοφάντες, οι οποίοι αποσπούσαν χρηματικά ποσά από συνανθρώπους τους, που τους απειλούσαν με καταγγελίες και δικαστικές περιπέτειες.  Η κατηγορία εναντίον του Μαντιθέου, ότι υπηρέτησε ως ιππέας την περίοδο των τριάκοντα, είναι βαρύτατη δεδομένου του μίσους που έτρεφαν όλοι οι δημοκρατικοί Αθηναίοι προς το ολιγαρχικό καθεστώς.

    Ο έλεγχος του βίου: οι δοκιμαζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να αναφερθούν στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο τους, ο οποίος κατά την αθηναϊκή νομοθεσία έπρεπε να είναι άριστος.

    Η αντιπάθεια προς τον Μαντίθεο: ίσως μερικοί αντιπαθούσαν τον Μαντίθεο, επειδή ήταν ολιγαρχικός, είχε μακριά μαλλιά και ασπαζόταν τον σπαρτιατικό τρόπο ζωής.

    Ο Μαντίθεος κερδίζει τη συμπάθεια των ακροατών παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως αθώο θύμα της κακίας των αντιπάλων του.  Ο ίδιος είναι θύμα συκοφαντίας, της κοινωνικής πληγής που τόσο έχει ταλαιπωρήσει τους Αθηναίους.  Στη συνέχεια θα προσπαθήσει να ταυτιστεί με το ακροατήριό του, υποσχόμενος να αποδείξει ότι διάκειται ευνοϊκά προς την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση και ότι μετείχε στους ίδιους αγώνες με τους δημοκρατικούς συμπολίτες του.  Όμως και στον ιδιωτικό βίο ο χαρακτήρας του ήταν άμεμπτος.  Η σιγουριά που ο ίδιος έχει για τον εαυτό του επηρεάζει θετικά και τους βουλευτές.

    γ. Εὐμάθεια

    «οὐχ ἵππευον»

    «οὐδ' ἐπεδήμουν ἐπὶ τῶν τριάκοντα»

    «οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας»

    Με την πρόθεση ο Μαντίθεος διευκρινίζει ποιο θα είναι το περιεχόμενο του λόγου του.  Η κατηγορία σε βάρος του ήταν ότι διετέλεσε ιππέας στην εποχή των Τριάκοντα.  Ο Μαντίθεος δε θα σταθεί μόνο σ’ αυτό αλλά θα υποδείξει ότι ούτε καν βρισκόταν στην πόλη την εποχή των Τριάκοντα και ούτε είχε ενεργό συμμετοχή στο τότε πολίτευμα.

    Οι ἵππεῖς -μέλη από τις δύο ανώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις (πεντακοσιομέδιμνοι, τριακοσιομέδιμνοι)- υπήρξαν το σημαντικότερο ένοπλο στήριγμα της εξουσίας των Τριάκοντα.  Με την παλινόρθωση της δημοκρατίας όσοι είχαν υπηρετήσει στους ἵππεῖς υπό το καθεστώς εκείνο, ήταν ύποπτοι αντιδημοκρατικών ενεργειών.  Χαρακτηριστικά ο Ξενοφώντας λέει πως «όταν ο Σπαρτιάτης στρατηγός Θίβρων ζήτησε από τους Αθηναίους τριακόσιους ιππείς, για να τους πάρει μαζί του στην εκστρατεία εναντίον των Περσών στη Μ. Ασία, οι Αθηναίοι του έδωσαν εκείνους που είχαν υπηρετήσει ως ιππείς την εποχή των Τριάκοντα, γιατί ο λαός το θεωρούσε κέρδος του, αν ξενιτευτούν και σκοτωθούν στην εκστρατεία τέτοιοι άνθρωποι».

    Οι τριάκοντα: πρόκειται για τους τριάκοντα τυράννους, που κατέλυσαν την αθηναϊκή δημοκρατία το 404 π.Χ. μετά την ήττα των Αθηναίων από τους Λακεδαιμονίους.  Άσκησαν την εξουσία για οχτώ μήνες αδιαφορώντας για κάθε έννοια δικαίου και ηθικής.  Σκότωσαν 1.500 ανθρώπους, εξόρισαν χιλιάδες δημοκράτες και άρπαξαν περιουσίες για ίδιον όφελος.  Τελικά νικήθηκαν από τους δημοκρατικούς, οι οποίοι με αρχηγό τους τον Θρασύβουλο αποκατέστησαν τη δημοκρατία.

    Ρητορικά ήθη:

    ήθος Μαντίθεου

=> Σεβασμός στον θεσμό της δοκιμασίας και στον ρόλο των βουλευτών.

=> Πίστη στο δημοκρατικό πολίτευμα.

=> Ενάρετος στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο.

=> Αισιόδοξος για την έκβαση της υπόθεσης.

=> Θύμα άδικων συκοφαντιών.

    Ο Μαντίθεος εμφανίζεται αισιόδοξος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και σίγουρος για την αθώωση του.  Ο τρόπος που ξεκινά τον λόγο του είναι παράδοξος, ιδιαίτερα δυναμικός, σχεδόν προκλητικός.  Με τον τρόπο αυτόν δημιουργεί ιδιαίτερες προσδοκίες στους δικαστές.

    ήθος αντιπάλων

    Επιβουλεύονται τους ενάρετους πολίτες, κακόβουλοι (χωρίς να παρουσιάζεται κάποιο συγκεκριμένο κίνητρο που υποκινεί τέτοια συμπεριφορά).  Ο Μαντίθεος προσπαθεί να υποτιμήσει την κατηγορία εναντίον του παρουσιάζοντάς την ως μια προσωπική αντιδικία.

    ήθος ακροατών

    Κάποιοι μπορεί να είναι αρνητικά προδιατεθειμένοι προς τον Μαντίθεο, όταν όμως αποδείξει το ήθος του θα αλλάξουν γνώμη.

    Αξιώσεις του Μαντίθεου:

    Η 3η παράγραφος δομείται βάσει δύο υποθετικών λόγων:

α. ἐὰν τοῦτο μόνον... πράγμασι => μηδέν πώ μοι πλέον εἶναι

β. ἐὰν δὲ φαίνωμαι... τῶν ἐχθρῶν => δέομαι ὑμῶν

                                                       => ἐμὲ μὲν δοκιμάζειν

                                                       => τούτοις δὲ ἡγεῖσθαι χείρους εἶναι

    Με τις δύο αυτές αντιθέσεις ο Μαντίθεος προσπαθεί να αποδείξει:

1. Ότι είναι άξιος του βουλευτικού αξιώματος, όχι μόνο χάριν του δημοκρατικού του φρονήματος, αλλά -κυρίως- χάριν του ήθους του και της διαγωγής του.

2. Ότι είναι ανώτερος ηθικά από τους αντιπάλους του.

    Τέλος ολοκληρώνει το προοίμιο του λόγου του αναφέροντας συνοπτικά το κατηγορητήριο και λέγοντας πως θα προσπαθήσει να αποδείξει τα εξής:

1. Ότι δεν υπηρέτησε ως ιππέας την περίοδο των τριάκοντα («οὐχ ἵππευον»)

2. Ότι απουσίαζε εκείνο το διάστημα από την Αθήνα («οὐδ’ ἐπεδήμουν»)

3. Ότι δεν έλαβε ποτέ μέρος στο ολιγαρχικό καθεστώς («οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας»)

    Σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση ο Μαντίθεος δεν έχει καμιά αξίωση από τη βουλή αν το μόνο που θα καταφέρει είναι να αποκρούσει την κατηγορία, δηλαδή δεν απαιτεί κανένα κέρδος αν πείσει μόνο για το ότι δεν ήταν ιππέας την εποχή των Τριάκοντα.  Αν όμως αποδείξει ότι ολόκληρη τη ζωή του μέχρι τώρα τη διέπει το μέτρο («μετρίως βεβιωκὼς») και ότι γενικά είναι αντίθετη από τις φήμες και τους ισχυρισμούς που διαδίδουν οι αντίπαλοί του, τότε παρακαλεί από τη μια να επικυρώσουν οι βουλευτές την εκλογή του, αφού πληροί όλες τις προϋποθέσεις που εξετάζει η δοκιμασία, και από την άλλη να θεωρήσουν τους κατηγόρους του κακοήθεις.

    Για την ανάληψη βουλευτικού ή άλλων ανώτατων αξιωμάτων οι υποψήφιοι έπρεπε:

  • να ήταν γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες
  • να είχαν τη νόμιμη ηλικία
  • να είχαν εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στην πατρίδα, τους θεούς και τους γονείς
  • και ο τρόπος ζωής τους να ήταν άμεμπτος και αψεγάδιαστος.


Αισθητικός σχολιασμός

    Ο Μαντίθεος, προκειμένου να κεντρίσει την προσοχή των δικαστών και να εξασφαλίσει την εύνοιά τους, αρχίζει τον λόγο του με ένα παράδοξον.  Συγκεκριμένα εμφανίζεται να εκφράζει την «υπό προυποθέσεις» ευγνωμοσύνη του προς τους κατηγόρους του, οι οποίοι του δίνουν την ευκαιρία να μιλήσει για την προσωπικότητα του.  Η παράδοξη αυτή αρχή του λόγου αναδεικνύει την αυτοπεποίθηση του Μαντιθέου, που είναι διάχυτη σε ολόκληρο τον λόγο. Έμφαση προσδίδει στο περιεχόμενο της παραπάνω δήλωσης το υπερβατό σχήμα «πολλὴν ἂν αὐτοῖς».  Η μετοχή «βουλομένοις» δείχνει την πρόθεση των αντιπάλων, ενώ το αντικείμενο «κακῶς ἐμὲ ποιεῖν» δείχνει το αντικείμενο της πρόθεσής τους.  Ο Μαντίθεος είναι πεπεισμένος για την μοχθηρότητα και την αποφασιστικότητα των κατηγόρων να τον βλάψουν με κάθε τρόπο («ἐκ παντὸς τρόπου»).

    Στη δεύτερη παράγραφο ο Μαντίθεος δηλώνει απερίφραστα την αυτοπεποίθησή του («ἐγώ γάρ οὔτω σφόδρα ἐμαυτῴ πιστεύω»).  Η εμφατική παρουσία της προσωπικής αντωνυμίας του («ἐγώ»), το ποσοτικό επίρρημα «σφόδρα», καθώς και η παρήχηση του (ω), που από ακουστική άποψη δημιουργεί έμφαση κατά την εκφώνηση, προκαλεί την συμπάθεια των δικαστών, ενώ μειώνει τους κατηγόρους.  Επιπρόσθετα η συμπερασματική πρόταση («ὥστ΄ ἐλπίζω μεταμελήσειν αὐτῷ καὶ πολὺ βελτίω με εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον ἡγήσεσθαι») εκφράζει το αποτέλεσμα της μεγάλης αυτοπεποίθησης του κατηγορούμενου.  Ο Μαντίθεος ελπίζει ότι με τον λόγο του θα μπορέσει να αναστρέψει τις εις βάρος του κατηγορίες αποδεικνύοντας το ήθος του.  Με τον τρόπο αυτόν προϊδεάζει τους ακροατές του για όσα θα πει στη συνέχεια αυξάνοντας ταυτόχρονα την περιέργεια και την προσδοκία τους για τη συνέχεια του λόγου.

    Η τρίτη παράγραφος βασίζεται σε δύο αντιθέσεις που αλληλοσυμπλέκονται:

α. ἐὰν τοῦτο μόνον... πράγμασι => μηδέν πώ μοι πλέον εἶναι

β. ἐὰν δὲ φαίνωμαι... τῶν ἐχθρῶν => δέομαι ὑμῶν

                                                       => ἐμὲ μὲν δοκιμάζειν

                                                       => τούτοις δὲ ἡγεῖσθαι χείρους εἶναι


Ασκήσεις

1. «χάριν εἶχον»: ποια εντύπωση επιθυμεί να δημιουργήσει ο ομιλητής;

2. «ἡγοῦμαι γὰρ... αἰτίους»: τι παράδοξο υπάρχει στη φράση αυτήν;

3. Με ποιες λέξεις διαγράφει ο Λυσίας το ήθος του πελάτη του;

4. Ποιος ήταν ο ρόλος της βουλής στην εποχή του Λυσία;

5. «ἀξιῶ δέ,... τῆς τότε πολιτείας»: ποια είναι η θέση του χωρίου στη δομή του λόγου;

6. Σε ποιο σημείο προβάλλει ο Μαντίθεος το ανεπίληπτο του ήθους του;

7. Το προοίμιο πρέπει να περιέχει την κεντρική ιδέα του λόγου.  Ισχύει αυτό στον συγκεκριμένο λόγο και ποιον σκοπό εξυπηρετεί;

8. Ποια ήταν τα βασικά στοιχεία στα οποία ο Μαντίθεος επιχειρεί να στηρίξει τις αποδείξεις του;

9. Σε ποια συμπεράσματα θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε για την αθηναϊκή δημοκρατία και τις προτεραιότητες που αυτή θέτει από το γεγονός της δοκιμασίας των αρχόντων;

10. Ποια εικόνα σχηματίζετε για τον Μαντίθεο από όσα αναφέρει στο απόσπασμα αυτό για τον εαυτό του και από τον τρόπο με τον οποίο τα παρουσιάζει;

11. Να γράψετε στη νέα ελληνική πέντε ουσιαστικά ή επίθετα με β΄  συνθετικό το ρήμα «πράττω» και παραγωγικές καταλήξεις -ος, -ία, -τος, -η και να δηλώσετε τη σημασία τους.

12. Να γράψετε στην αρχαία ελληνική από ένα συνώνυμο για τις λέξεις: «πράττω», «βιόω-ῶ», «φαίνομαι», «δέομαι», «ἡγοῦμαι».

13. «σφόδρα», «διακείμενος», «πεπραγμένα»: να χρησιμοποιήσετε τις λέξεις αυτές σε ισάριθμες προτάσεις στη νέα ελληνική, ώστε να φαίνεται η σημασία τους.

14. «εὔνους» < «εὖ» + «νοῦς» < «εὔνοια»: να γράψετε στη νέα ελληνική πέντε λέξεις αλλάζοντας το α΄ συνθετικό, όπως στο παράδειγμα: εύνοια -> υπόνοια.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ.Ε.Λ., ΤΥΠΟΛΟΓΙΟ ΜΕ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ Β ΣΤΗ ΣΥΝΕΞΕΤΑΣΗ ΓΛΩΣΣΑΣ - ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ.Ε.Λ. ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΥΠΟΛΟΓΙΟ ΜΕ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΕΩΝ ΘΕΜΑΤΟΣ Β ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΠΡΟΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ > ΠΡΟΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ      Ποια νομίζετε ότι είναι η πρόθεση/ ο σκοπός του συντάκτη στη συγκεκριμένη παράγραφο του κειμένου; Πώς ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να την αναπτύξει υπηρετεί την πρόθεση αυτήν;      Πρέπει να αναφέρουμε αναλυτικά τον τρόπο ή τον συνδυασμό μεθόδων ανάπτυξης της παραγράφου και να τον/ τους συσχετίσουμε με την πρόθεση του συντάκτη.  Κατ΄ ελάχιστον όλοι οι τρόποι ανάπτυξης παραγράφου εξηγούν και υποστηρίζουν τον ισχυρισμό που διατυπώνει ο συντάκτης του κάθε κειμένου. Ο ορισμός αποκαλύπτει την πρόθεση του συντάκτη να προσδιορίσει / να εξηγήσει το περιεχόμενο της έννοιας. Τα παραδείγματα αποκαλύπτουν την πρόθεση του συντάκτη να εξηγήσει ή/ και να τεκμηριώσει μια άποψη, για να πείσει τον ανα...

Προσομοίωση Συνεξέτασης Γλώσσας - Λογοτεχνίας, Γ΄ Τάξη Γενικού Λυκείου, Κάτω από τον δρόμο είναι η παραλία

Προσομοίωση Συνεξέτασης Γλώσσας - Λογοτεχνίας για τη Γ΄ Τάξη Γενικού Λυκείου ΚΕΙΜΕΝΟ Ι      Ακολουθεί διασκευασμένο για τις ανάγκες της εξέτασης, άρθρο της Τασούλας Καραϊσκάκη, που δημοσιεύθηκε στις 13/ 08/ 2023 στην ιστοσελίδα της «Καθημερινής». Κάτω από τον δρόμο είναι η παραλία      Η ιδέα ότι ο δημόσιος χώρος, συγκεκριμένα οι παραλίες, μπορεί ατιμώρητα να καταπατηθεί και να αναλωθεί πολεμιέται οργανωμένα για πρώτη φορά στη χώρα.  Στις παραλίες εγκαταβιώνει ό,τι υλικό και άυλο συγκροτεί το ελληνικό καλοκαίρι.  Εκεί, λοιπόν, δίνεται η μάχη, όχι μόνο για τα ιδιοποιημένα στρέμματα άμμου από τους θρασείς εμπόρους του κοινού κτήματος, αλλά και για το ποιος εντέλει ελέγχει τη ζωή μας.  Ο τόπος της τρυφηλής θερινής σχόλης κλάπηκε από ανενδοίαστους καταχραστές και τώρα οι πολίτες τον ζητούν πίσω. Και λίγο λίγο κερδίζουν.  Συγκλονιστικές νίκες.      Δεν αγ...

Προσομοίωση Συνεξέτασης Γλώσσας - Λογοτεχνίας, Ε.Π.Α.Λ., Γ΄ Τάξη Λυκείου, Η κουλτούρα της επικίνδυνης οδήγησης

Κριτήριο Αξιολόγησης «Οδηγική Συμπεριφορά των Νέων» Ε.Π.Α.Λ. Γ΄ Λυκείου Μη Λογοτεχνικό Κείμενο      Η ψυχολόγος Καστελιώτη Κωνσταντίνα, MSc Εγκληματολογίας, συνεργάτης του Κέντρου Λόγου, Γραφής και Συμπεριφοράς με αφορμή τραγικά τροχαία δυστυχήματα, στα οποία εμπλέκονται έφηβοι, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την οδηγική συμπεριφορά των νέων. Η κουλτούρα της επικίνδυνης οδήγησης      Όπως έγινε ευρύτερα γνωστό, πρόσφατα συνέβη ένα εφιαλτικό δυστύχημα στο οποίο κύριο ρόλο έπαιξε ένα γρήγορο αυτοκίνητο.  Ο θάνατος των τεσσάρων ανθρώπων προκάλεσε έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις και αποτέλεσε αφορμή για την έναρξη κοινωνικού διαλόγου.  Ενδεικτική του γενικού προβληματισμού είναι η σκέψη εκ μέρους της κυβέρνησης για αλλαγές στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας με την επιβολή προστίμων ανάλογων με το εισόδημα και την προσφορά κοινωφελούς εργασίας από τους παραβάτες.  Η υπε...