Πάσχα δεν είχαμε γιορτάσει ποτέ με αρνιά, κρασιά, και τραγούδια. Αυτά τα μάθαμε αργότερα, στην Ελλάδα. Εκεί ακούσαμε για πρώτη φορά στην τηλεόραση και για την μάχη του Οβελία, άλλο που δεν βλέπαμε ούτε σπαθιά ούτε τουφέκια. Μόνο σφαγμένα κρέατα βλέπαμε, που κρεμιόντουσαν σαν τσαμπιά, κόσμο και κοσμάκη να σπρώχνεται στις ουρές, ενώ κάτι τύποι με λευκές ποδιές γεμάτες αίματα, σαν γιατροί που μόλις είχαν βγει από χειρουργείο, βροντοφώναζαν την πραμάτειά τους.
Το δικό μας Πάσχα ήταν πάντα αθόρυβο, μια μυσταγωγική τελετουργία ελάχιστων επεισοδίων, μακριά απ’ τα μάτια και τ’ αυτιά των ανθρώπων. Πέντε αυγά, ένα για τον καθένα μας, ένα σταυρό στα γρήγορα, ένα Χριστός Ανέστη ίσα που ακουγόταν, κι η τελετή λάμβανε τέλος.
Εκκλησίες δεν είχαμε. Τις κλείσανε το ’67, άλλες τις γκρεμίσανε, άλλες τις κάνανε στάβλους και στρατώνες. Ούτε παπάδες είχαμε. Τούς ξυρίσανε όλους κι όσους ήταν αγύριστα κεφάλια τους στείλανε στα μπουντρούμια. Κι αν σε βλέπανε να κάνεις τον σταυρό σου, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε.
Η μάνα τα’ βαφε πάντα κρυφά απ’ όλους, μην τη δει κάνα μάτι και μας καρφώσει. Είχε έναν Βλάχο εργάτη στο εργοστάσιο, παιδί μάλαμα, κρυπτοχριστιανός κι αυτός. Τότε, οι Βλάχοι φτιάχνανε ωραία κιλίμια και μπατανίες από χοντρό μαλλί κι είχαν πολλές βαφές. Όταν πλησίαζε το Πάσχα, τής έφερνε ένα φακελάκι με λίγη κόκκινη σκόνη κι εκείνη το’ κρυβε στο παπούτσι της να μην την πιάσουν.
Τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ περίμενε να κοιμηθούμε όλοι. Πήγαινε στην κουζίνα, τραβούσε τις κουρτίνες, έπαιρνε πέντε αυγά μετρημένα και τα’ βαφε. Τα’ κρυβε σ’ ένα ντουλάπι και τα’ βγαζε την Κυριακή στο τραπέζι. Ο πατέρας άνοιγε το ραδιόφωνο και μόνο τότε τα τσουγκρίζαμε. Το Χριστός Ανέστη το ψιθυρίζαμε, διαβάζαμε τα χείλη, σαν σε μάζωξη κουφών. Στο μπάνιο τρίβαμε δυνατά τα χέρια με ξύδι για να ξεκοκκινίσουν, γιατί Δευτέρα είχαμε σχολείο. «Τσιμουδιά σε κανέναν», μάς αγριοκοίταζε ο πατέρας.
Τελευταία ιεροτελεστία, τα τσόφλια. Η μάνα τα μάζευε απ’ το τραπέζι, τα σταύρωνε και τα’ ριχνε στην τρύπα του μπάνιου. Η Ασφάλεια είχε πιάσει αρκετούς τελευταία. Ψάχνανε στα σκουπίδια κι αν βρίσκανε κόκκινα τσόφλια, τούς γύριζε το μάτι.
Το ’91 γιορτάσαμε το Πάσχα μ’ ανοιχτές κουρτίνες, και την επομένη σκαπετήσαμε το σύνορο. Στον έλεγχο, η μάνα έβγαλε το διαβατήριο απ’ την τσέπη της και τότε γλίστρησαν απ’ το χέρι της λίγα κόκκινα τσόφλια.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου