Α: «Βυθισμένοι στη συζήτησή μας περί αθανασίας, είχαμε αφήσει τη νύχτα να πέσει χωρίς ν’ ανάψουμε τη λάμπα. Κανείς δεν έβλεπε το πρόσωπο του άλλου. Με ηρεμία και πραότητα που ήταν πιο πειστικές από τη φούρια, η φωνή του Μασεδόνιο Φερνάντες επαναλάμβανε ότι η ψυχή είναι αθάνατη. Με βεβαίωνε ότι ο θάνατος του σώματος είναι κάτι εντελώς ασήμαντο και ο θάνατος θα ‘πρεπε να είναι το ελαχιστότατο που μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο. Εγώ έπαιζα με τον σουγιά του Μασεδόνιο, τον άνοιγα και τον ξαναέκλεινα. Ένα ακορντεόν κάπου στη γειτονιά έπαιζε αδιάκοπα την Κομπαρσίτα, αυτό το γελοίο τραγουδάκι, που αρέσει σε πολύ κόσμο, γιατί τους έχουν πείσει πως είναι παλιό… Πρότεινα στον Μασεδόνιο να αυτοκτονήσουμε, για να μπορούμε να συζητάμε ανενόχλητοι.»
Ζ (σαρκαστικά): «Φοβάμαι πως τελικά δεν είσαστε αποφασισμένος.»
Α: «Ειλικρινά δεν μπορώ να θυμηθώ αν τη νύχτα εκείνη αυτοκτονήσαμε.»

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου