Σήμερα μου έφεραν έναν νέο τρόφιμο. «Δον Κιχώτης». Η καρτέλα του λέει: «Ήρεμος και αβλαβής».
(Όσο κι αν μοιάζει νούμερο παλαιάς επιθεώρησης, υπάρχουν στα νοσοκομεία μας και Ναπολέοντες και Μεγαλέξανδροι…)
Έμοιαζε με τον παραδοσιακό Δον Κιχώτη, όπως τον ζωγράφισε ο Ντορέ. Ψηλός, ξερακιανός, με μούσι τράγου.
«Ο αγώνας συνεχίζεται», μου είπε εμπιστευτικά. Τα μάτια του ήταν γαλανά, ξεπλυμένα.
«Είμαστε πολλοί -κι ας μη φαινόμαστε», συνέχισε. «Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο.»
Σώπαινα. Τι να πω;
Μετά με έπιασε από τους ώμους και κοιτώντας με στα μάτια, μου εξήγησε το πρόβλημά του. «Για να πετύχουμε, όμως, χρειαζόμαστε πιστούς υπηρέτες. Πάντα εμείς οι ιππότες βασιζόμασταν στους υπηρέτες μας. Ο Σάντσο Πάντσα τάιζε και ξύστριζε τον Ροσινάντε, ετοίμαζε και το δικό μου φαγητό. Χωρίς αυτόν είμαι άχρηστος. Έχετε μήπως κανέναν εδώ;»
Τι να του πω; Ότι τριάντα χρόνια ψυχίατρος είχα δει αρκετούς Δον Κιχώτες, αλλὰ ούτε έναν Σάντσο;
Πηγή: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2016/03/13/nikos-dimou-santso/

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου