Τὰ γέρικα σπίτια μοιάζουν μὲ τοὺς γέρικους ἀνθρώπους: εἶναι γιομάτα θύμησες.
Ἔχουν μια δική τους ὕπαρξη καὶ μιὰ δική τους φυσιογνωμία. Οἱ ρέπιοι τοῖχοι τους μπορεῖ νἄχουν ρουφήξει ὅλες τὶς μυρωδιὲς ποὺ βαλτώνουν κοντὰ στὰς ἀνθρώπινες κατοικίες. Ἔχουν χάσει ἀπό δῶ καὶ πολὺν καιρὸ ἐκεῖνο τὸ ἄρωμα τοὺ σουβᾶ καὶ τοῦ ἀσβέστη, τόσο χαρακτηριστικὸ στοὺς μοντέρνους κύβους, καμιὰ φορὰ λιγάκι ἄνοστους, ποὺ χτίζονται στὰ περίχωρα καὶ ποὺ εἶναι ἀκόμα πολὺ καινούριοι καὶ δὲ μποροῦν νἄχουν ἱστορία.
Οἱ τοῖχοι τῶν παλιῶν σπιτιῶν εἶναι ζωντανοί. Εἶναι ζωντανοὶ ἀπ´ ὅλα τὰ περιστατικὰ τῆς μοίρας ποὺ τοὺς χρησίμεψαν γιὰ διακόσμηση. Ἔχουν δεῖ τὰ μάτια τους καὶ ἔχουν ἀκούσει τ΄ αὐτιὰ τους πράματα καὶ πράματα!
Τὰ παλια σπίτια ἔχουν τὴ φωνὴ τους. Ἄκου: κάποιος ἀνεβαίνει στὴ σκάλα, μὲ ἀργό καὶ βαρὺ βῆμα ἀπὸ τὴν κούραση καὶ σιγοσφυράει… να, σταματάει. Στὸν τοῖχο, ξεπετιέται ἡ σύντομη φεγγοβολὴ ἑνὸς σπίρτου… Ξανακινάει. Ἡ στριφογυριστὴ σκάλα μὲ τὰ φθαρμένα ξύλινα σκαλιά, ἀναστενάζει θλιμένα. Κάπου μέσα στὸ σκοτάδι φλυαρεῖ ἕνα ραδιόφωνο, μιὰ πόρτα τρίζει καὶ σκεπάζει τὴν πολυλογία του, κάποιο παιδὶ βάζει τὰ κλάματα…

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου