Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
5.
Από την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Χαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Μπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Και τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.
«Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», σχεδίασμα Γ΄, Διονύσιος Σολωμός

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου