Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Αύγουστος, 2024

«ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ», ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ

φωτογραφία: Meaghan Ogilvie      Γίνεται άραγε, ύστερα από τόσον καιρό που έχει περάσει κι ύστερα από όλα όσα συμβήκαν στο μεταξύ, να είμαι εγώ αυτός ο άνθρωπος που αγοράζει μια μερίδα μπιφτέκια ή μια μπίρα πράσινη; Η απάντηση είναι όχι, και το ξέρεις καλά.  Πιθανότατα θα γίνω κάποτε, δεν το αποκλείω. Κάποια στιγμή.  Αργότερα.  Για την ώρα είμαι το γράμμα συνάντησης δύο λέξεων στο σταυρόλεξο.  Υπάρχει μια λέξη που βαδίζει ανύποπτα οριζόντια.  Και μια άλλη που βυθισμένη στις σκέψεις της κατηφορίζει καθέτως.  Δεν γνωρίζονται, άσχετες εντελώς, και αφηρημένες, και μες στην απροσεξία τους πέφτει η μία πάνω στην άλλη.  Τη στιγμή της σύγκρουσης ταυτίζονται σε ένα και μοναδικό γράμμα. Ταυτίζονται για ένα μόνο κλάσμα του δευτερολέπτου, προτού συνεχίσουν τον δρόμο τους, την ευθεία, ισοπεδωμένη πορεία της η πρώτη, την οδό της απώλειας η δεύτερη.  Καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις.  Είμαι τόσο ίδιος με σένα ώστε καταλαβαίνεις.  Βρίσκομαι ε...

«ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ», HERNAN DIAZ, μετάφραση: Κάλλια Παπαδάκη, εκδόσεις Μεταίχμιο

     Κιτς.  Δεν μπορώ να σκεφτώ αγγλική μετάφραση για τη συγκεκριμένη λέξη.  Ένα αντίγραφο τόσο περήφανο που προσεγγίζει τόσο πολύ το αυθεντικό, ώστε πιστεύει ότι υπάρχει περισσότερη αξία σε αυτή την εγγύτητα απ’ ότι στην ίδια την αυθεντικότητα.  «Είναι ολόιδιο!» Προσποίηση συναισθήματος αντί του αληθινού συναισθήματος. Αισθηματολογία αντί για αίσθημα.  Το κιτς μπορεί επίσης να υπάρχει στο μάτι: «Το ηλιοβασίλεμα μοιάζει σαν πίνακας ζωγραφικής!» Επειδή το τεχνητό αποτελεί τώρα το απόλυτο κριτήριο, το αυθεντικό (ηλιοβασίλεμα) πρέπει να μετατραπεί σε κάτι πλαστό (πίνακα ζωγραφικής), έτσι ώστε το δεύτερο να μπορεί να παρέχει το μέτρο για την ομορφιά του πρώτου.  Το κιτς είναι πάντα μια μορφή ανεστραμμένου πλατωνισμού, αποθεώνοντας την απομίμηση έναντι του αρχέτυπου.  Και σε κάθε περίπτωση σχετίζεται με μια διόγκωση της αισθητικής αξίας, όπως φαίνεται στο χειρότερο είδος κιτς: το «κλασάτο» κιτς.  Πομπώδες, διακοσμητικό, μεγαλειώδες.  Δια...

«Ο νυχτερινός δρόμος», Laird Hunt, μετάφραση: Χρήστος Οικονόμου, εκδόσεις Πόλις

φωτογραφία: Benjamin Grant     Δεν είχε καμιά σημασία ότι περίπου μια εβδομάδα αργότερα ξαναγύρισε.  Ξαναγύρισε και ξανάρχισε να σκαρφαλώνει μαζί μου στα δέντρα, να κολυμπάει, να με κλωτσάει στο κρεβάτι και να τραγουδάει το «Wang Wang Blues» όταν ξυπνάγαμε.  Και ούτε είχε σημασία ότι μονάχα εγώ μπορούσα να τη δω και να την ακούσω.  Ή ότι δεν ήταν εκεί όλη την ώρα.  Ότι με άφηνε μόνη για μεγάλα διαστήματα.  Ότι έβγαινε έξω και περπατούσε.  Πήγαινε σε άλλες πολιτείες.  Για να δει τον κόσμο να μάθει πώς είναι η ζωή.  Νά, έναν τέτοιο χάρτη ήθελα. Έναν χάρτη που θα μου έδειχνε πού πήγαιναν, πού είχαν πάει όλοι οι άλλοι που με είχαν εγκαταλείψει, πού έπρεπε να πάω εγώ.