φωτογραφία: Kyle Thompson Οι ελαφροΐσκιωτοι Είχε κινήσει αποβραδύς, ημίσειαν ώραν πριν κρυφθεί εις το βουνόν ο ήλιος, να υπάγει πίσω μακράν εις τ’ Αρβανίτη, σ’ Μανώλη τ’ σουφριά… όχι, στον Αραδιά, στης Κεχριάς το ρέμα, ο Αγάλλος Μανουήλ Αγάλλου. Δεν ήτο και πολύ σιμά… όχι, δεν ήτο και πολύ μακριά ο νερόμυλος, ολιγώτερον από δύο ώρες με τα πόδια. Αλλ’ εις τον δρόμον είχεν αργοπορήσει, ποιος ξέρει διατί. Ίσως ενθυμείτο την προ ολίγων χρόνων τερπνήν και ευάρεστον και ζηλεμένην θέσιν του, όταν ήτο γαμβρός ωραίος και περιζήτητος, με μακριά φούντα, με γλυκά μάτια, με φέσι ψηλό, μεγάλο και κατακόκκινο, που να το φορεί στραβά ως το αυτί. Και την παρέβαλλε με την σημερινήν κατάστασίν του, να κάθεται γυναίκα χάσασα όλην την δρόσον και την ποίησίν της να σε καρτερεί εις τον νερόμυλον με δύο παιδιά, οπού το ένα να διηγείται παραμύθια στο άλλο. Βεβαίως η δευτέρα θέσις τον συνεκίνει κάπως, αλλ’ η πρώτη του εφαίνετο πλέον επιθυμητή, και ευχαρίστω...
Αυτό που λένε οι λέξεις δεν έχει διάρκεια, οι λέξεις έχουν διάρκεια. Γιατί οι λέξεις μένουν πάντα ίδιες, ενώ αυτό που λένε δεν είναι ποτέ το ίδιο. ANTONIO PORCHIA