[…] Τα δάκρυά του ήταν δάκρυα χαράς, δάκρυα γεννημένα από την αιφνίδια θέρμη της κατανόησης μιας αλήθειας που δεν είχε ακόμη τις λέξεις για να την ορίσει: πόσο στοργικοί και καλοί ήταν οι άνθρωποι, πόσο ευγενικός ήταν ο κόσμος για να έχει ασθενοφόρα που έσπευδαν γρήγορα από το πουθενά κάθε φορά που υπήρχε θλίψη και πόνος. Πάντα εκεί, ένα ολόκληρο σύστημα, ακριβώς κάτω από την επιφάνεια της καθημερινής ζωής, παρακολουθούσε σε πλήρη ετοιμότητα, πρόθυμο να έρθει με τις γνώσεις και τις ικανότητές του και να βοηθήσει, ενσωματωμένο σ’ ένα μεγαλύτερο δίκτυο καλοσύνης που έμελλε να το ανακαλύψει εν καιρώ. Τότε, καθώς τα ασθενοφόρα απομακρύνονταν και οι σειρήνες τους ηχούσαν ολοένα και πιο μακριά, του είχε φανεί ότι όλα λειτουργούσαν, ότι τα πάντα διαπνέονταν από αξιοπρέπεια, ενδιαφέρον, τρυφερότητα και δικαιοσύνη. Δεν είχε καταλάβει ότι θα έφευγε για πάντα από το σπίτι του, ότι για τα επτά επόμενα χρόνια τα τρία τέταρτα της ζωής του θα ήταν σχολείο και το ένα τρίτο σπίτι, όπ...